Στην άκρη του γιαλού μιλούσα με τα βότσαλα το καλοκαίρι. Τα τυραγνούσα να
μου πουν πώς οι τραχιές οι πέτρες γίνονται βότσαλα πανέμορφα.
Και ‘κείνα μού δειχναν το σύρε κι έλα του νερού που τ΄ανασήκωνε και τα
‘σπρωχνε ως έξω και πάλι τα ‘ σερνε μέσα στη θάλασσα σ’ ένα ασταμάτητο μπρος
πίσω.
Που τ΄ανατάριαζε σαν μάνιαζε κι αυτά κροτάλιζαν παράξενα καθώς χτυπιόντουσαν
το ‘να με τ’ άλλο.
Τώρα που φθινοπώριασε στης πολιτείας τους δρόμους φέρνω στο νου το σύρε κι
έλα του νερού.
Ω βίου κύματα ασίγαστα «των συμφορών και των θλίψεων».
Ακατέργαστη πέτρα παραδέρνω στη δίνη, κι όπου αγγίζω πληγώνω.
Άμποτε να γινόμουνα ένα βότσαλο λείο.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Βότσαλα…. Κύμα…. Αρμύρα της θάλασσας…
Σπουδή σε ένα καλοκαίρι που όλο αργεί αλλά στο τέλος δειλά-δειλά θα έρθει…
Σχολιάστε