Τις µέρες τις γλυκές του Σεπτεµβρίου, όταν δεν έχει ακόµη
βρέξει και είναι το άκουσμα των ἠχων πιο αραιό και η
γεύσις των ωρών και απὀ του θέρους πιο πυκνή, όταν στους
κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήµονες
των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι
οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών
κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να’ ναι πάντα καλοκαίρι
(γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος)
αναγαλλιάζουν οι ψυχές,
και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός
αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμἰ: Τα ροὐχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε µη φοβάσαι.
Ἐαρ, χειμώνας, θέρος-ὀπου κι αν είσαιείναι η ροµφαία µου µαζί σου.
Ανδρέας Εμπειρίκος «Αρχάγγελος τον Σεπτέµβριον»
Σχολιάστε